Μετάφραση του "vanhempi" σε Ελληνικά

Οι γονέας, γεννήτορας, γονιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanhempi" σε Ελληνικά.

vanhempi adjective noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γονέας

    noun masculine

    Sinulla on vanhempana oikeus tietää, mitä lapsesi elämässä tapahtuu, ja velvollisuus suojella häntä.

    Ως γονέας, δικαιούστε να ξέρετε τι συμβαίνει στη ζωή του παιδιού σας και οφείλετε να το προστατεύετε.

  • γεννήτορας

    noun masculine

    Rotilla tehdyissä lisääntymistutkimuksissa risperidonin todettiin vaikuttavan kielteisesti vanhempien parittelukäyttäytymiseen ja jälkeläisten syntymäpainoon ja eloonjäämiseen

    Σε μελέτες αναπαραγωγής με ρισπεριδόνη στον αρουραίο, εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη συμπεριφορά ζευγαρώματος των γεννητόρων, και στο βάρος γέννησης και την επιβίωση των απογόνων

  • γονιός

    noun masculine

    Eli olen huono vanhempi, kun yritän siivota sotkuasi.

    Δηλαδή εγώ είμαι ο κακός γονιός επειδή προσπαθώ να διορθώσω τον χαμό που δημιούργησες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεγαλύτερος
    • παλιός
    • γηραιότερος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanhempi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vanhempi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanhempi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη