Μετάφραση του "vanki" σε Ελληνικά

Οι κρατούμενος, φυλακισμένος, αιχμάλωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vanki" σε Ελληνικά.

vanki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρατούμενος

    noun masculine

    Teidän työtänne on kertoa minulle, ansaitseeko kyseinen vanki sen.

    Και είναι μέρος της δικής σου δουλειάς να μου λες, αν ο προαναφερόμενος κρατούμενος κέρδισε το προαναφερόμενο πηδηματάκι.

  • φυλακισμένος

    noun masculine

    Mitä kauemmin hän pysyisi vankina sitä heikommaksi tulisi hänen otteensa elämästä.

    'Οσο πιο πολύ έμενε φυλακισμένος, τόσο πιο επισφαλής γινόταν η δική του ζ ωή.

  • αιχμάλωτος

    noun masculine

    Olemme kuitenkin huomanneet, että olette jäsenvaltioiden tahdon vanki.

    Διαπιστώσαμε όμως ότι είστε κατά κάποιον τρόπο αιχμάλωτος της βούλησης των κρατών μελών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δέσμιος
    • κατάδικος
    • όμηρος
    • τρόφιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vanki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vanki
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλακισμένος

    adjective noun

    Vanki haluaa tappaa veljensä.

    Ο φυλακισμένος θέλει το κεφάλι του αδελφού του.

Φράσεις παρόμοιες με "vanki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ατόφιος · γερός · ρωμαλέος · στέρεος · σταθερός · στερεός · στιβαρός
  • πολιτικός κρατούμενος
  • Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vanki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη