Μετάφραση του "vapaa" σε Ελληνικά

Οι ελεύθερος, άδεια, διαθέσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vapaa" σε Ελληνικά.

vapaa adjective noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    ελεύθερος από περιορισμούς ή ξενική κατοχή ή τυραννικό καθεστώς

    Hän on vapaa huomenna.

    Αυτός θα είναι ελεύθερος αύριο.

  • άδεια

    noun feminine

    Naimisissa olevilla upseereillahan on enemmän vapaata kuin naimattomilla.

    Μαθαίνω πως οι παντρεμένοι αξιωματικοί έχουν περισσότερη άδεια.

  • διαθέσιμος

    adjective feminine

    En, vaan soitan kaikille entisille tytöilleni ja ilmoitan, etten ole enää vapaa.

    Όχι, θα πάρω όλες όσες βγαίναμε να τους πω ότι δεν είμαι διαθέσιμος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άδειος
    • αδειανός
    • ανεμπόδιστος
    • ανεξάρτητος
    • απαλλαγμένος από
    • αργία
    • ανύπαντρος
    • απαλλαγμένος
    • ελευθέριος
    • ελεύθερος λεύτερος
    • νεκρά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vapaa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vapaa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vapaa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη