Μετάφραση του "verbi" σε Ελληνικά

Οι ρήμα, ενέργεια, μεταβατικό ρήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "verbi" σε Ελληνικά.

verbi noun γραμματική

Sana, joka kuvaa toimintaa tai tilaa; se toimii usein lauseen predikaattina.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρήμα

    noun neuter

    1|toimintaa tai tilaa merkitsevä sana [..]

    Osaatko taivuttaa tämän verbin?

    Μπορείς να κλίνεις αυτό το ρήμα;

  • ενέργεια

    noun

    Kaksi tärkeää heprean verbien tilaa eli aspektia ovat imperfektiivinen tila, joka ilmaisee jatkuvaa tekemistä, ja perfektiivinen tila, joka ilmaisee päättynyttä tekemistä.

    Οι δύο κύριες καταστάσεις των εβραϊκών ρημάτων είναι η μη τετελεσμένη, που υποδηλώνει συνεχιζόμενη ενέργεια, και η τετελεσμένη, που υποδηλώνει ολοκληρωμένη ενέργεια.

  • μεταβατικό ρήμα

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " verbi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Verbi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρήμα

    Osaatko taivuttaa tämän verbin?

    Μπορείς να κλίνεις αυτό το ρήμα;

Εικόνες με "verbi"

Φράσεις παρόμοιες με "verbi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "verbi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη