Μετάφραση του "giftur" σε Ελληνικά

Το παντρεμένος είναι η μετάφραση του "giftur" σε Ελληνικά.

giftur adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φαρόε-Ελληνικά λεξικό

  • παντρεμένος

    adjective masculine

    Ólevnað er kynsligt samband við ein tú ikki ert giftur við.

    Πορνεία είναι το να έχει κάποιος σεξουαλικές σχέσεις με κάποιο άλλο πρόσωπο με το οποίο δεν είναι παντρεμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " giftur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "giftur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη