Μετάφραση του "Australien" σε Ελληνικά
Οι Αυστραλός, Αυστραλέζος, Αυστραλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Australien" σε Ελληνικά.
Une personne d'Australie.
-
Αυστραλός
noun masculineNotre Australien a des fibres de la carpette de la victime sur lui.
Ο Αυστραλός μας έχει ίνες από το χαλί του θύματος πάνω του.
-
Αυστραλέζος
noun masculine -
Αυστραλή
noun feminineJe suis la seule australienne qui aime le beurre de cacahuète.
Eίμαι η μόvη Αυστραλή που τρελαίvεται για φιστικοβούτυρο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Αυστραλέζα
- Αυστραλή or Αυστραλέζα
- Αυστραλός or Αυστραλέζος
- αυστραλιανή or αυστραλέζικη
- αυστραλιανό or αυστραλέζικο
- αυστραλιανός or αυστραλέζικος
- αυστραλιανός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Australien " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Appartenant ou relatif à l'Australie ou à ses habitants.
-
αυστραλιανός
adjectiveElle est palestinienne et moi, pas h australien!
Αυτή είναι Παλαιστίνια, εγώ δεν είμαι Αυστραλιανός.
-
αυστραλέζικος
adjective -
Αυστραλός
noun masculineSans lui, votre ami australien aurait supplié mes gars de ne pas tirer sur sa rotule.
Χωρίς αυτό, ο Αυστραλός φίλος σου καταλήγει να παρακαλάει έναν δικό μου να μην τον πυροβολήσει στην επιγονατίδα.
-
Αυστραλέζος
noun masculine
Φράσεις παρόμοιες με "Australien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυστραλέζα · Αυστραλέζος · Αυστραλή · Αυστραλή or Αυστραλέζα · Αυστραλός · Αυστραλός or Αυστραλέζος · αυστραλιανή or αυστραλέζικη · αυστραλιανό or αυστραλέζικο · αυστραλιανός · αυστραλιανός or αυστραλέζικος
-
αυστραλιανός
-
κοάλα