Μετάφραση του "Autrichien" σε Ελληνικά

Οι Αυστριακός, Αυστριακή, αυστριακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Autrichien" σε Ελληνικά.

Autrichien noun masculine γραμματική

Personne née ou originaire d'Autriche.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυστριακός

    noun proper masculine

    Parce que cet Autrichien illettré n'avait pas lu le livre.

    Γιατί αυτός ο αμαθής Αυστριακός δεν είχε διαβάσει το βιβλίο.

  • Αυστριακή

    noun feminine

    Voici notre petite Autrichienne.

    Έρχεται και η μικρή μας Αυστριακή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Autrichien " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

autrichien adjective noun masculine γραμματική

De ou relatif à l'Autriche, aux Autrichiens, ou aux dialectes de l'Autriche.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυστριακός

    adjective masculine

    De ou relatif à l'Autriche, aux Autrichiens, ou aux dialectes de l'Autriche.

    Adolf Hitler est un peintre autrichien complètement fêlé.

    Ο Αδόλφος Χίτλερ είναι τρελός. Είναι ένας αυστριακός μπογιατζής.

  • αυστριακή

    adjective feminine

    En ma qualité de représentante autrichienne, je dirai encore un mot de Temelin.

    Ως αυστριακή εκπρόσωπος, θα ήθελα να αναφέρω μια φράση για το Temelin.

  • αυστριακό

    adjective neuter

    Je vois que l'on veut copier le modèle autrichien.

    Βλέπω ότι θέλουν να αντιγράψουν το αυστριακό πρότυπο.

Φράσεις παρόμοιες με "Autrichien" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Autrichien" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη