Μετάφραση του "Bidon" σε Ελληνικά

Οι βαρέλι, μπιτόνι, κασσίτερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bidon" σε Ελληνικά.

bidon adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρέλι

    noun neuter

    Regardez le bidon qu'ils utilisaient pour récolter la graisse.

    Ελέγξτε το βαρέλι που χρησιμοποιούν για τη συλλογή λίπους.

  • μπιτόνι

    noun

    J'ai gagné un bidon d'huile et des lunettes de soleil, comme celles de la télé.

    Κέρδισα ένα μπιτόνι βενζίνη και ένα ζευγάρι γυαλιά.

  • κασσίτερος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνιστρο
    • τενεκές
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bidon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bidon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bidon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη