Μετάφραση του "CONFINEMENT" σε Ελληνικά
Οι περιορισμός, φυλάκιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "CONFINEMENT" σε Ελληνικά.
CONFINEMENT
-
περιορισμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " CONFINEMENT " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
confinement
noun
masculine
être dans l’impossibilité de s’enfuir
-
φυλάκιση
noun feminineLa baronne souhaite seulement le confinement pour la femme de Maddox.
Η βαρόνη επιθυμεί μόνο φυλάκιση για τη σύζυγο του Μάντοξ.
Φράσεις παρόμοιες με "CONFINEMENT" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάσχεση · αναχαίτιση · εγκλωβισμός · συγκράτηση
-
εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη