Μετάφραση του "Chypriote" σε Ελληνικά
Οι Κύπριος, Κύπρια, Κυπρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Chypriote" σε Ελληνικά.
Personne originaire de ou habitant à Chypre.
-
Κύπριος
noun masculinePersonne originaire de ou habitant à Chypre.
Huit Chypriotes sur dix ont reçu une calculette pour l'euro et l'ont trouvée très utile.
Οκτώ στους δέκα Κυπρίους έλαβαν ένα υπολογιστή για τη μετατροπή σε ευρώ και θεώρησαν ότι ήταν πολύ χρήσιμος.
-
Κύπρια
noun proper feminineγυναίκα από την Κύπρο [..]
-
Κυπρία
proper feminineΚυπρία
Huit Chypriotes sur dix ont reçu une calculette pour l'euro et l'ont trouvée très utile.
Οκτώ στους δέκα Κυπρίους έλαβαν ένα υπολογιστή για τη μετατροπή σε ευρώ και θεώρησαν ότι ήταν πολύ χρήσιμος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Κυπραία
- Κυπραίος
- Κυπριώτης
- Κυπριώτισσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Chypriote " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
κυπριακός
adjective masculineEn outre, un plan de développement global pour la réorganisation du secteur chypriote de l’énergie est élaboré.
Παράλληλα, θα καταρτίσει συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο για την αναδιοργάνωση του κυπριακού ενεργειακού τομέα.
-
Κύπρος
noun feminineCes comités se réunissent en l'absence des représentants chypriotes au moment du vote.
Οι επιτροπές αυτές συνεδριάζουν χωρίς να είναι παρόντες οι εκπρόσωποι της Κύπρου κατά τη στιγμή της ψηφοφορίας.
-
κυπριακό
adjective neuterPour la production du Halloumi, on utilise du lait entier chypriote.
Το γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή του Χαλλουμιού είναι κυπριακό και ολόπαχο.
-
κυπριακή
adjective feminineEn outre, un plan de développement global pour la réorganisation du secteur chypriote de l’énergie est élaboré.
Παράλληλα, θα καταρτίσει συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο για την αναδιοργάνωση του κυπριακού ενεργειακού τομέα.
Φράσεις παρόμοιες με "Chypriote" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ελληνική Κυπριακή διάλεκτος
-
Αρχιεπίσκοποι Κύπρου