Μετάφραση του "Finlandaise" σε Ελληνικά
Οι Φιλανδέζα, Φιλανδή, Φινλανδός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Finlandaise" σε Ελληνικά.
-
Φιλανδέζα
noun feminine -
Φιλανδή
noun feminine -
Φινλανδός
noun masculineJe vais tenter de me comporter en Finlandais bavard, et utiliser au maximum cinq minutes de votre temps.
Θα προσπαθήσω να γίνω ένας ομιλητικός Φινλανδός και να σας απασχολήσω για πέντε λεπτά το πολύ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Φινλανδέζα
- Φινλανδή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Finlandaise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
φινλανδικός
adjectiveAdjudication permanente pour l'exportation d’orge détenue par l'organisme d'intervention finlandais
Διαρκής δημοπρασία για την εξαγωγή κριθής που κατέχει ο φινλανδικός οργανισμός παρέμβασης
-
φινλανδική
adjectiveDeuxièmement, la société anonyme finlandaise est imposable sur ses revenus en Finlande.
Δεύτερον, η φινλανδική ανώνυμη εταιρία φορολογείται επί των εισοδημάτων της στη Φινλανδία.
-
φινλανδικό
adjectiveLes mesures relatives aux viandes bovines et porcines, comprises dans le programme finlandais, sont approuvées.
Εγκρίνονται τα μέτρα σχετικά με τα βόεια και τα χοίρεια κρέατα τα οποία περιλαμβάνονται στο φινλανδικό πρόγραμμα.
Φράσεις παρόμοιες με "Finlandaise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φινλανδική · φινλανδικό · φινλανδικός
-
φινλανδικά · φινλανδική · φινλανδικό · φινλανδικός
-
Φιλανδέζος · Φιλανδός · Φινλανδέζα · Φινλανδή · Φινλανδός
-
Φιλανδέζος · Φιλανδός · Φινλανδέζα · Φινλανδή · Φινλανδός