Μετάφραση του "Lier" σε Ελληνικά
Οι δένω, συνδέω, σύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lier" σε Ελληνικά.
lier
verb
γραμματική
Connecter un ou plusieurs morceaux d'un matériau flexible ensemble en utilisant seulement ces matériaux.
-
δένω
verbδένω
-
συνδέω
verb— le danger relatif lié aux diverses voies d'exposition.
— ο σχετικός κίνδυνος που συνδέεται με τις διάφορες οδούς έκθεσης.
-
σύνδεση
noun feminineSi je souhaite ne pas mélanger ces deux considérations, elles sont bien évidemment liées.
Δεν θέλω να αναμίξω αυτές τις δύο πτυχές, που ωστόσο έχουν κάποια σύνδεση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενώνω
- συνδέομαι
- σύνδεσμος
- περιδένω
- ασφαλίζω
- κολλώ
- προσδένω
- στερεώνομαι
- συνδέoμαι
- σχετίζομαι
- διατηρώ σχέσεις
- περισφίγγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Lier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεσμευμένο μόρφημα
-
εξαρτώμενη εφαρμογή
-
Αδρενολευκοδυστροφία
-
συνδεδεμένο έργο
-
πρόσωπο που σχετίζεται με αυτή τη τοποθεσία
-
συνδεδεμένο αντικείμενο
-
Εκφύλιση της ωχράς κηλίδας
-
δεσμευμένο στοιχείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη