Μετάφραση του "Main" σε Ελληνικά

Οι Μάιν, χέρι, χαρτιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Main" σε Ελληνικά.

Main

Main (rivière)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μάιν

    masculine

    Main (rivière)

    Objet: La mise en valeur du couloir paneuropéen de transport Rhin‐Main‐Danube

    Θέμα: Ανάπτυξη του πανευρωπαϊκού διαδρόμου μεταφορών Ρήνου-Μάιν-Δούναβη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Main " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

main noun feminine γραμματική

Partie du corps humain située au bout du bras, qui s’étend du poignet jusqu'au bout des doigts, qui sert à la préhension et au toucher. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χέρι

    noun neuter

    Partie du corps humain située au bout du bras [..]

    Si vous avez une question, veuillez lever la main droite.

    Αν θέλετε να κάνετε ερώτηση, παρακαλώ σηκώστε το δεξί σας χέρι.

  • χαρτιά

    noun

    Tu dois être un idiot pour garder cette main.

    Πρέπει να είσαι ηλίθιος για να παίζεις ακόμα με αυτά τα χαρτιά.

  • χείρα

    Nous sommes ravis de tendre la main de l'amitié et du commerce entre nos deux pays.

    Με ιδιαίτερη χαρά τείνουμε χείρα φιλίας και προσμένουμε σε εμπορική συμφωνία μεταξύ των χωρών μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κύριος
    • χαρτωσιά
    • Χέρι
    • μοιρασιά
    • μάιν
    • μπράτσο
    • μοίρασμα
    • δείκτης
    • βραχίονας
    • μερισμός
    • διανομή
    • δείκτης ρολογιού

Εικόνες με "Main"

Φράσεις παρόμοιες με "Main" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Main" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη