Μετάφραση του "Mer" σε Ελληνικά

Οι Θάλασσα, θάλασσα, πέλαγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mer" σε Ελληνικά.

Mer
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θάλασσα

    En été, les gens se rendent au bord de la mer.

    Το καλοκαίρι πάνε οι άνθρωποι στη θάλασσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mer noun feminine γραμματική

Corps d'eau salée, plus petit qu'un océan, et à proximité d'un continent. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάλασσα

    noun feminine

    μεγάλη έκταση αλμυρού ύδατος [..]

    En été, les gens se rendent au bord de la mer.

    Το καλοκαίρι πάνε οι άνθρωποι στη θάλασσα.

  • πέλαγος

    noun neuter

    Là s'élève un rocher qui projette sur la mer sa tête menaçante.

    Είναι ένας βράχος, στα ψηλά, που γέρνει το κεφάλι και ατενίζει το πέλαγος.

  • πόντος

    noun masculine

    La mer Noire a été incluse dans la directive comme l'une des régions maritimes.

    Ο Εύξεινος Πόντος προστέθηκε στην οδηγία ως μία ακόμη θαλάσσια περιφέρεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πέλαγο
    • πέλαο
    • ωκεανός

Εικόνες με "Mer"

Φράσεις παρόμοιες με "Mer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη