Μετάφραση του "Occupation" σε Ελληνικά

Οι Κατοχή, κατοχή, απασχόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Occupation" σε Ελληνικά.

Occupation
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατοχή

    proper

    Objet: Occupation militaire de Chypre par la Turquie

    Θέμα: Στρατιωτική κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Occupation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

occupation noun feminine γραμματική

Tâche avec laquelle quelqu'un s'occupe. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοχή

    noun feminine

    Situation où un pays ou une région est sous le contrôle d'une armée étrangère.

    Les questions concernant l'éventuelle occupation du nouveau site ne relèvent pas de la compétence la Commission.

    Τα ζητήματα σχετικά με την πιθανή κατοχή του νέου χώρου δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας.

  • απασχόληση

    noun feminine

    Elle est également renversée lorsque l'intéressé prouve une occupation en qualité d'ouvrier mineur, de marin ou de pêcheur.»

    Το τεκμήριο ανατρέπεται και όταν ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει απασχόληση υπό την ιδιότητα ανθρακωρύχου, ναυτικού ή αλιέως.»

  • επάγγελμα

    noun neuter

    C'est une occupation risquée.

    Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα επικίνδυνο επάγγελμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασχολία
    • δουλειά
    • εργασία
    • στρατιωτική κατοχή

Φράσεις παρόμοιες με "Occupation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Occupation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη