Μετάφραση του "Parisien" σε Ελληνικά
Οι Παριζιάνος, Παριζιάνα, Παρισινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Parisien" σε Ελληνικά.
Parisien
noun
masculine
γραμματική
Homme originaire de, ou habitant à Paris (France). [..]
-
Παριζιάνος
noun masculineAu moins, sois parfumé comme un Parisien.
Ας μυρίζεις τουλάχιστον σαν Παριζιάνος.
-
Παριζιάνα
noun feminineUne Parisienne doit arriver en ballon.
Λένε μια Παριζιάνα πρόκειται να έρθει μέ ενα Αερόστατο.
-
Παρισινός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Parisien " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
parisien
adjective
noun
masculine
γραμματική
Relatif à Paris (France).
-
παρισινός
adjective
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη