Μετάφραση του "Sein" σε Ελληνικά

Οι στήθος, μαστός, βυζί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sein" σε Ελληνικά.

sein noun masculine γραμματική

L'organe rebondi de la poitrine d'une femme ayant atteint la maturité sexuelle, qui contient les glandes mammaires.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στήθος

    noun neuter

    Chacune des mamelles de la femme

    Quelqu'un avec peu d'estime de soi, et des gros seins.

    Ίσως κάποια με χαμηλή αυτοεκτίμηση, και με λίγο πιο μεγάλο στήθος.

  • μαστός

    noun masculine

    Chacune des mamelles de la femme

    On vous retire vos deux seins avant que ne soyez malade.

    Σου αφαιρούν και τους δύο μαστούς, πριν αρρωστήσεις.

  • βυζί

    noun neuter

    Je peux hurler, caresser les seins de ta soeur.

    Να ρημάξω, να λεηλατήσω χωρίς να με νοιάζει και να πιάσω της αδερφής σου το βυζί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόλπος
    • αγκαλιά
    • μπούστο
    • μήτρα
    • Μαστός
    • αναρριχώμαι
    • κασέλα
    • κομό
    • κομός
    • μπουστάκι
    • σεντούκι
    • μπαούλο
    • ερμάριο κρεβατοκάμαρας
    • ζεύγος μαστών
    • κάσα
    • φτάνω στην κορυφή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sein"

Φράσεις παρόμοιες με "Sein" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη