Μετάφραση του "WC" σε Ελληνικά

Οι τουαλέτες, τουαλέτα, αποχωρητήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "WC" σε Ελληνικά.

WC noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτες

    noun

    On ne trouvera pas l'amour dans les WC pour hommes ou sur une aire de repos.

    Γιόχαν, δεν πρόκειται να βρούμε συναισθηματική σύνδεση σε τουαλέτες ανδρών ή αληθινή αγάπη σε μια στάση.

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Tu préfères être un perdant qui déjeune dans les WC.

    Προτιμάς να είσαι ένας αποτυχημένος, που τρώει μεσημεριανό στην τουαλέτα.

  • αποχωρητήριο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " WC " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

wc

Pièce équipée avec des toilettes pour uriner et déféquer.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Pièce équipée avec des toilettes pour uriner et déféquer.

    Les gens se sont plaints un moment que les wc étaient hors d'usage.

    Πολλοί έκαναν παράπονα πως η τουαλέτα ήταν κλειστή.

Wc
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • wc

    εντολή των Unix-οειδών λειτουργικών συστημάτων

    Wc,En est le poids du coût pour un point d'entrée ou un groupe de points d'entrée donné;

    Wc,En είναι ο σταθμιστικός συντελεστής του κόστους για δεδομένο σημείο εισόδου ή δέσμη σημείων εισόδου·

Εικόνες με "WC"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "WC" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη