Μετάφραση του "actif" σε Ελληνικά

Οι ενεργός, δραστήριος, ενεργητικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "actif" σε Ελληνικά.

actif adjective noun masculine γραμματική

Engagé dans, ou prêt pour des opérations militaires ou navales. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργός

    adjective

    La coopération active entre les entreprises est également encouragée.

    Ενθαρρύνεται επίσης η ενεργός συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων.

  • δραστήριος

    adjective

    Notre intérêt est d'y être généreux, actifs et efficaces.

    Το συμφέρον μας είναι να είμαστε εκεί γενναιόδωροι, δραστήριοι και αποτελεσματικοί.

  • ενεργητικό

    noun

    Les montants de ces préfinancements sont donc comptabilisés dans les actifs non courants.

    Έτσι, τα ποσά των προχρηματοδοτήσεων αυτών εγγράφονται ως μη κυκλοφορούν ενεργητικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενεργητικός
    • απασχολημένος
    • ενεργό
    • πάγιο
    • πόρος
    • προσόν
    • απόκτημα
    • Περιουσιακό στοιχείο
    • εργατικό δυναμικό
    • περιουσιακό στοιχείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " actif " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Actif
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσόν

    noun

Φράσεις παρόμοιες με "actif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "actif" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη