Μετάφραση του "activisme" σε Ελληνικά

Το ακτιβισμός είναι η μετάφραση του "activisme" σε Ελληνικά.

activisme noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακτιβισμός

    noun

    Objet: Activisme politique du président de la Commission, M. Prodi, en Italie

    Θέμα: Πολιτικός ακτιβισμός του Προέδρου Πρόντι στην Ιταλία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " activisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "activisme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "activisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη