Μετάφραση του "actuel" σε Ελληνικά

Οι τωρινός, ρεύμα, πραγματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "actuel" σε Ελληνικά.

actuel adjective masculine γραμματική

Qui est d'intérêt au moment présent.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τωρινός

    adjective

    Qui a lieu dans le moment présent

    Cependant, la disposition actuelle restera en vigueur jusqu'à ce qu'une nouvelle soit adoptée.

    Ωστόσο ο τωρινός κανονισμός ισχύει μέχρι να εγκριθεί νέος.

  • ρεύμα

    noun neuter
  • πραγματικός

    adjective masculine

    La Commission contrôle le fonctionnement actuel du système.

    Η Επιτροπή παρακολουθεί την πραγματική χρήση του συστήματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίκαιρος
    • τρέχων
    • μοντέρνος
    • άνεμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " actuel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "actuel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "actuel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη