Μετάφραση του "adjonction" σε Ελληνικά
Οι προσθήκη, εισαγωγή, εμπλουτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjonction" σε Ελληνικά.
adjonction
noun
feminine
γραμματική
-
προσθήκη
noun feminineCombustible moulé composé de fines de charbon avec adjonction d’un liant.
Συνθετικό καύσιμο που παρασκευάζεται από λεπτούς κόκκους σκληρού άνθρακα με την προσθήκη παράγοντα δέσμευσης.
-
εισαγωγή
nounAdjonction d'un nouveau considérant sur le nouveau cadre financier - partiellement pris en compte dans un nouveau considérant (40).
Εισαγωγή νέας αιτιολογικής σκέψης για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο - λαμβάνεται εν μέρει υπόψη σε νέα αιτιολογική σκέψη (40)
-
εμπλουτισμός
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βελτιωτής
- άθροιση
- ενσωμάτωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adjonction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη