Μετάφραση του "adjuvant" σε Ελληνικά
Οι πρόσθετο-βελτιωτικό, συμπληρωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjuvant" σε Ελληνικά.
adjuvant
adjective
noun
masculine
γραμματική
Agent pharmacologique ou immunologique qui améliore les effets d'autres agents, tels qu'un médicament ou un vaccin.
-
πρόσθετο-βελτιωτικό
-
συμπληρωματικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adjuvant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη