Μετάφραση του "admissible" σε Ελληνικά
Το παραδεκτός είναι η μετάφραση του "admissible" σε Ελληνικά.
admissible
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
παραδεκτός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " admissible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "admissible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ημερήσια επιτρεπόμενη δόση
-
μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση
-
ΔΧΠΠ (δοσολογία χωρίς παρατηρούμενες παρενέργειες)
-
κανονισμός σχετικά με (για) τα μέγιστα επιτρεπόμενα όρια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη