Μετάφραση του "ado" σε Ελληνικά
Οι έφηβη, έφηβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ado" σε Ελληνικά.
ado
noun
masculine
γραμματική
Une personne entre 13 et 19 ans.
-
έφηβη
noun feminineΠρόσωπο μεταξύ 13 και 19 ετών.
Je n'aimais pas les ados quand j'étais ado.
Δεν συμπαθούσα τις έφηβες, από όταν ήμουν και εγώ έφηβη.
-
έφηβος
noun masculineΠρόσωπο μεταξύ 13 και 19 ετών.
Je reconnais un ado défoncé quand j'en vois un.
Μπορώ να καταλάβω αν ένας έφηβος είναι μαστουρωμένος ή όχι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη