Μετάφραση του "adulation" σε Ελληνικά

Οι κολακεία, λατρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adulation" σε Ελληνικά.

adulation noun feminine γραμματική

Compliment exagéré et hypocrite.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολακεία

    noun feminine

    II est avec son peuple, se délectant de leur adulation presque sincère.

    Έξω με το λαό του, απολαμβάνει την κολακεία τους.

  • λατρεία

    noun

    Δεν πρόκειται για θαυμασμό, πρόκειται για λατρεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη