Μετάφραση του "aide" σε Ελληνικά
Οι βοήθεια, βοηθός, βοήθημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aide" σε Ελληνικά.
aide
noun
verb
feminine
γραμματική
Personne qui fournit de l'assistance pour une tâche. [..]
-
βοήθεια
noun feminineAction de procurer de l'assistance.
La proposition ne prévoit aucune aide financière communautaire.
Η πρόταση δεν προβλέπει καμία κοινοτική οικονομική βοήθεια.
-
βοηθός
noun m;fLe fort doit aider le faible.
Ο δυνατός πρέπει να βοηθά τον αδύνατο.
-
βοήθημα
nounL’objectif n’est aucunement de regrouper toutes les aides visuelles existantes.
Σκοπός δεν είναι, επ’ ουδενί, η χρήση όλων των υφιστάμενων οπτικών βοηθημάτων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στήριξη
- αρωγή
- καθοδήγηση
- προσφυγή
- καταφυγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aide " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Aide
-
Κέντρο βοήθειας
C'est un centre où on peut vous aider.
Είναι ένα Κέντρο Βοήθειας
Εικόνες με "aide"
Φράσεις παρόμοιες με "aide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Καθοδηγούμενη Βοήθεια
-
επείγουσα βοήθεια
-
ενισχύσεις ΕΚΑΧ
-
ενίσχυση των οικονομικώς αδυνάτων
-
περιφερειακές ενισχύσεις
-
προσβάσιμο με αναπηρική καρέκλα με βοήθεια
-
έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων
-
βοήθεια εις είδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη