Μετάφραση του "alcalin" σε Ελληνικά
Οι αλκαλικός, αλκάλια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alcalin" σε Ελληνικά.
alcalin
adjective
masculine
γραμματική
-
αλκαλικός
adjective masculine -
αλκάλια
Insoluble dans l'eau, les acides dilués et les solvants alcalins et organiques
Αδιάλυτο στο νερό, στα αραιά οξέα και στα αλκάλια και στους οργανικούς διαλύτες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alcalin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "alcalin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλκαλική μπαταρία
-
Αλισίβα
-
αλκάλια
-
αλκαλικό έδαφος
-
αλκαλική έκταση
-
αλκάλια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη