Μετάφραση του "alcoolique" σε Ελληνικά
Οι αλκοολικός, αλκοολική, αλκοολούχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alcoolique" σε Ελληνικά.
alcoolique
adjective
noun
masculine
γραμματική
Personne qui fait abus de l’alcool. [..]
-
αλκοολικός
noun masculineQuand j'ai compris qu'il était un alcoolique violent, c'était trop tard.
Ήταν πολύ αργά όταν κατάλαβα ότι ήταν αλκοολικός.
-
αλκοολική
noun feminineNon, elle ne pourrait pas, parce qu'elle n'est pas alcoolique.
Όχι, δε θα μπορούσε, γιατί δεν είναι αλκοολική.
-
αλκοολούχος
Adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αλκοολικός αλκοολική
- οινοπνευματώδης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alcoolique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "alcoolique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνδρομο στέρησης αλκοόλ
-
απολυμαντικό χεριών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη