Μετάφραση του "allochtone" σε Ελληνικά

Το ξένος είναι η μετάφραση του "allochtone" σε Ελληνικά.

allochtone adjective noun masculine γραμματική

Personne vivant dans un pays différent de celui dont elle est originaire. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξένος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " allochtone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "allochtone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη