Μετάφραση του "alourdir" σε Ελληνικά
Οι βαραίνω, βάρος, αυξάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "alourdir" σε Ελληνικά.
alourdir
verb
γραμματική
Rendre lourd
-
βαραίνω
verbLa tâche comptable des entreprises s’en trouverait encore alourdie.
Αυτό θα είχε ως συνέπεια να προστίθεται μια επιπλέον δυσχέρεια στο φόρτο λογιστικής που ήδη βαρύνει τις επιχειρήσεις.
-
βάρος
noun neuterSurtout alourdi par les vignes.
Ειδικά όταν εχει πάνω και το βάρος από το κλημα.
-
αυξάνω
verbΑυξάνω τους φόρους
-
επιβαρύνω
verbCes situations alourdissent les procédures sans véritable valeur ajoutée.
Οι καταστάσεις αυτές επιβαρύνουν τις διαδικασίες, χωρίς να επιφέρουν πραγματική προστιθέμενη αξία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " alourdir " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη