Μετάφραση του "ambivalent" σε Ελληνικά

Οι αμφίθυμος, διπρόσωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ambivalent" σε Ελληνικά.

ambivalent adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφίθυμος

    adjective

    Je suis ambivalent... et je vous conseille d'être gentil.

    Είμαι αμφίθυμος... και σε συμβουλεύω να είσαι καλός.

  • διπρόσωπος

    Διπρόσωπο άτομο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ambivalent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ambivalent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη