Μετάφραση του "amulette" σε Ελληνικά

Οι φυλαχτό, φυλακτό, Φυλαχτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amulette" σε Ελληνικά.

amulette noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλαχτό

    noun neuter

    Balthazar avait une amulette, qui le rendait plus fort.

    Ο Μπάλταζαρ είχε ένα φυλαχτό φτιαγμένο για να του δίνει ισχύ.

  • φυλακτό

    Noun neuter

    C'est ce garçon qui m'a donné cette amulette.

    Ήταν αυτός που μου έδωσε αυτό το φυλακτό.

  • Φυλαχτό

    objet qui confère une protection surnaturelle à celui qui le porte

    Balthazar avait une amulette, qui le rendait plus fort.

    Ο Μπάλταζαρ είχε ένα φυλαχτό φτιαγμένο για να του δίνει ισχύ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amulette " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "amulette"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amulette" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη