Μετάφραση του "aniline" σε Ελληνικά

Οι ανιλίνη, Ανιλίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aniline" σε Ελληνικά.

aniline noun feminine γραμματική

Alcaloïde (1):

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανιλίνη

    noun feminine

    Alcaloïde (1): [..]

    Pas plus de 0,01 % (exprimées en aniline)

    0,01 % κατ' ανώτατο όριο (υπολογιζόμενες ως ανιλίνη)

  • Ανιλίνη

    composé chimique

    Aminobenzène (aniline), ses sels et ses dérivés halogénés et sulfonés

    Ανιλίνη, τα άλατά της και τα αλογονωμένα και σουλφονωμένα παράγωγά της

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aniline " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aniline" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη