Μετάφραση του "annulation" σε Ελληνικά

Οι ακύρωση, ματαίωση, ανάκληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annulation" σε Ελληνικά.

annulation noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακύρωση

    noun feminine

    Décision de la chambre de recours: annulation de la décision attaquée et rejet de l’opposition dans sa totalité.

    Απόφαση του τμήματος προσφυγών: ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και απόρριψη της ανακοπής στο σύνολό της.

  • ματαίωση

    noun feminine

    Une annulation, je me suis dit que j'allais boucler mes dossiers.

    Είχα μία ματαίωση και σκέφτηκα να σας προχωρήσω στη λίστα.

  • ανάκληση

    noun feminine

    Contrôle des stations de quarantaine et des structures de confinement et annulation d'une désignation

    Εποπτεία των σταθμών καραντίνας και των εγκαταστάσεων περιορισμού και ανάκληση καθορισμού

  • κατάργηση

    noun feminine

    Suspension des paiements, réduction et annulation de la contribution financière

    Αναστολή των πληρωμών, μείωση και κατάργηση της χρηματοδοτικής συνδρομής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " annulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "annulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "annulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη