Μετάφραση του "appel" σε Ελληνικά

Οι έφεση, κλήση, τηλεφώνημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appel" σε Ελληνικά.

appel noun masculine γραμματική

appel (en justice) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έφεση

    noun feminine

    Zarski a fait appel de cette décision devant la juridiction de renvoi.

    Zarski άσκησε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της ανωτέρω αποφάσεως.

  • κλήση

    noun feminine

    Une semaine après l'école de police, on a eu un appel, une fusillade dans la rue.

    Την πρώτη μου βδομάδα μετά την Ακαδημία πήραμε μία κλήση.

  • τηλεφώνημα

    noun neuter

    J'attends un appel très important.

    Περιμένω ένα σημαντικό τηλεφώνημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάλεσμα
    • πρόσκληση
    • κραυγή
    • έκκληση
    • επίκληση
    • παράκληση
    • αναφώνηση
    • ξεφωνητό
    • ένδικο μέσο
    • κλήση τηλεφωνική
    • καλώ
    • ένσταση
    • ζήτηση
    • εφεσιβάλλω
    • συνήθεια
    • κάνω έφεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη