Μετάφραση του "articulation" σε Ελληνικά

Οι άρθρωση, κλείδωση, αρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "articulation" σε Ελληνικά.

articulation noun feminine γραμματική

Jointure des os [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρθρωση

    noun feminine

    σύνδεση μελών του σώματος [..]

    L’élément de frappe doit être fixé sur le système de propulsion et de guidage par une articulation avec limitateur de couple.

    Το κρουστικό εκκρεμές πρέπει να είναι αναρτημένο στο σύστημα προώθησης και κατεύθυνσης, με άρθρωση περιορισμού της ροπής.

  • κλείδωση

    noun feminine

    Partie du corps où deux os se joignent.

  • αρμός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάρθρωση
    • Άρθρωση
    • σύνδεσμος
    • κόνδυλος
    • άρθρωση δακτύλων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " articulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "articulation"

Φράσεις παρόμοιες με "articulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "articulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη