Μετάφραση του "ascendance" σε Ελληνικά

Οι καταγωγή, γενεαλογία, έθνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ascendance" σε Ελληνικά.

ascendance noun feminine γραμματική

lignée (famille) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταγωγή

    noun feminine

    Toute paillette ou autre emballage contient uniquement des embryons ayant la même ascendance.

    Κάθε σωληνάριο ή άλλη συσκευασία περιέχει μόνο έμβρυα που έχουν την ίδια καταγωγή.

  • γενεαλογία

    noun feminine
  • έθνος

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κυριαρχία
    • γένος
    • έλεγχος
    • γενεαλογικό δένδρο
    • πρόγονοι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ascendance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ascendance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη