Μετάφραση του "assigner" σε Ελληνικά

Οι αναθέτω, διορίζω, εκχωρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assigner" σε Ελληνικά.

assigner verb γραμματική

Attribuer la propriété à un bien (avec action d'autorité). [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναθέτω

    verb

    La mission assignée aux coordonnateurs est similaire dans chacune de ces directives.

    Η αποστολή που έχει ανατεθεί στους συντονιστές είναι παρόμοια και για τις τρεις οδηγίες.

  • διορίζω

    verb

    Sélectionner quelque chose ou quelqu'un pour un but spécifique.

  • εκχωρώ

    verb

    Les États membres ont assigné environ 600 MHz sur la base de ces mesures de mise en œuvre.

    Τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει, κατά μέσο όρο, περίπου 600 MHz, με βάση τα εν λόγω μέτρα εφαρμογής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάθεση
    • βάζω
    • κατανέμω
    • αντιστοιχίζω
    • διαμοιράζω
    • καταμερίζω
    • νέμω
    • στεγάζω
    • διανέμω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assigner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assigner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη