Μετάφραση του "astronaute" σε Ελληνικά

Οι αστροναύτης, κοσμοναύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astronaute" σε Ελληνικά.

astronaute noun masculine γραμματική

Membre de l'équipage d'un vaisseau spatial, travaillant pour les États-Unis. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστροναύτης

    noun masculine

    pilote ou passager d'un véhicule spatial [..]

    Si je le veux, je peux devenir astronaute!

    Αντί γι αυτό, μπορώ να γίνω ένας αστροναύτης.

  • κοσμοναύτης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astronaute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "astronaute"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astronaute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη