Μετάφραση του "attache" σε Ελληνικά
Οι συνδετήρας, μέγγενη, κλιπ (κόσμημα) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attache" σε Ελληνικά.
attache
verb
noun
feminine
conclusion (d’une histoire) [..]
-
συνδετήρας
noun masculineC'est une attache fixable conçue par quelqu'un qui a dit, tout ce dont vous avez besoin c'est d'une certaine façon
Αυτός είναι ένας συνδετήρας, σχεδιασμένος από κάποιον που είπε,
-
μέγγενη
noun feminine -
κλιπ (κόσμημα)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " attache " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "attache" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μορφωτικός ακόλουθος
-
ακόλουθος · κολλημένος · συνδεδεμένος
-
ασφαλίζω · βάζω · γραβάτα · δένομαι · δένω · ενώνω · επισυνάπτω · καθορίζω · κολλώ · ορίζω · προσδένω · προσφύομαι · στερεώνομαι · στερεώνω · συνδέoμαι · συνδέω · σφίγγω
-
συνημμένο συμβάν
-
ακόλουθος · κολλημένος · συνδεδεμένος
-
ασφαλίζω · βάζω · γραβάτα · δένομαι · δένω · ενώνω · επισυνάπτω · καθορίζω · κολλώ · ορίζω · προσδένω · προσφύομαι · στερεώνομαι · στερεώνω · συνδέoμαι · συνδέω · σφίγγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη