Μετάφραση του "attaquant" σε Ελληνικά
Οι επιθετικός, Κεντρικός επιθετικός, κεντρικός επιθετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attaquant" σε Ελληνικά.
attaquant
noun
verb
masculine
γραμματική
Assaillant, personne qui attaque.
-
επιθετικός
adjective masculineουσιαστικό
Je vous ai attaqué pour avoir été malhonnête, donc je vous dois la vérité.
Ήμουν μαζί σου επιθετικός εξαιτίας τις ατιμίας σου, τώρα, όμως, θέλω να σου πω την αλήθεια.
-
Κεντρικός επιθετικός
position particulière d'une personne jouant au football
-
κεντρικός επιθετικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " attaquant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "attaquant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίθεση
-
Brute-force attack
-
αντεπίθεση
-
Ο Πόλεμος των Άστρων: Επεισόδιο 5 - Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται
-
επίθεση με προσθήκη κακόβουλου κώδικα δέσμης ενεργειών
-
έφοδος · ανάκρουση · αντιμετώπιση · αρχίνημα · εισβολή · επίθεση · εφόρμηση · ξεκίνημα · πλήγμα · προσέγγιση · προσβολή
-
επίθεση land
-
επίθεση με χρήση λεξικού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη