Μετάφραση του "attaquant" σε Ελληνικά

Οι επιθετικός, Κεντρικός επιθετικός, κεντρικός επιθετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attaquant" σε Ελληνικά.

attaquant noun verb masculine γραμματική

Assaillant, personne qui attaque.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθετικός

    adjective masculine

    ουσιαστικό

    Je vous ai attaqué pour avoir été malhonnête, donc je vous dois la vérité.

    Ήμουν μαζί σου επιθετικός εξαιτίας τις ατιμίας σου, τώρα, όμως, θέλω να σου πω την αλήθεια.

  • Κεντρικός επιθετικός

    position particulière d'une personne jouant au football

  • κεντρικός επιθετικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attaquant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attaquant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attaquant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη