Μετάφραση του "audimat" σε Ελληνικά

Το ακροαματικότητα είναι η μετάφραση του "audimat" σε Ελληνικά.

audimat noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακροαματικότητα

    Noun

    Αυτή η εκπομπή είναι πρώτη σε ακροαμα-τικότητα.

    Cette émission est première à l'audimat.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " audimat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "audimat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη