Μετάφραση του "aune" σε Ελληνικά
Οι αρσίν, μέτρο, Αρσίν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aune" σε Ελληνικά.
aune
noun
verb
masculine
feminine
γραμματική
Ancienne unité de longueur fondée sur la longueur de l'avant-bras. [..]
-
αρσίν
-
μέτρο
noun -
Αρσίν
ancienne unité de longueur
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aune " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη