Μετάφραση του "authentification" σε Ελληνικά

Οι πιστοποίηση, αυθεντικοποίηση, θεώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authentification" σε Ελληνικά.

authentification noun feminine γραμματική

L'action d'établir ou de confirmer que quelqu'un est ce qu'il est ou qu'une chose est ce qu'elle est.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστοποίηση

    noun feminine

    Nous devons apporter les diamants dans un labo indépendant pour authentification.

    Θέλω πιστοποίηση γνησιότητας των διαμαντιών από ανεξάρτητο εργαστήριο.

  • αυθεντικοποίηση

    noun feminine

    Authentification de l'utilisateur via le portail

    Αυθεντικοποίηση του χρήστη μέσω της δικτυακής πύλης

  • θεώρηση

    noun

    Ceux-ci sont transmis au comptable qui les soumet au contrôleur financier pour authentification.

    Η δήλωση ή το πρακτικό υποβάλλονται στον υπόλογο, ο οποίος τα υποβάλλει στο δημοσιονομικό ελεγκτή για θεώρηση.

  • έλεγχος ταυτότητας

    Un cadre d'authentification interopérable commun doit être établi pour assurer une authentification générale dans toute l'Europe.

    Απαιτείται η ύπαρξη κοινού και διαλειτουργικού πλαισίου ελέγχου ταυτότητας ώστε να εξασφαλίζεται σε ευρωπαϊκή κλίμακα έλεγχος ταυτότητας γενικής χρήσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " authentification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "authentification" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "authentification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη