Μετάφραση του "authentique" σε Ελληνικά
Οι αυθεντικός, γνήσιος, αυθεντικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authentique" σε Ελληνικά.
authentique
adjective
verb
masculine
γραμματική
original (par rapport à une copie)
-
αυθεντικός
adjective masculineOk, parce qu'on sait bien que je suis le seul authentique.
Eντάξει, διότι ξέρουμε ότι εγώ είμαι ο μόνος αυθεντικός.
-
γνήσιος
adjective masculineDes pièces authentiques impropres sont en outre remises aux autorités compétentes par des entreprises et des particuliers.
Επιπλέον, γνήσια αλλά ακατάλληλα για κυκλοφορία κέρματα παραδίδονται στις αρμόδιες αρχές από επιχειρήσεις και ιδιώτες.
-
αυθεντικό
adjectiveVotre photo a une mauvaise résolution mais la réplique semblera authentique.
Η φωτογραφία που μας έδωσες ήταν κακής ποιότητας αλλά το αντίγραφό μας θα φαίνεται αυθεντικό.
-
αξιόπιστος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " authentique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη