Μετάφραση του "autocrate" σε Ελληνικά

Οι αυτοκράτορας, τύραννος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autocrate" σε Ελληνικά.

autocrate noun masculine γραμματική

Personne qui dirige absolument avec un pouvoir illimité.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκράτορας

    noun
  • τύραννος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autocrate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autocrate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη