Μετάφραση του "automatisation" σε Ελληνικά

Οι αυτοματισμός, αυτοματοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "automatisation" σε Ελληνικά.

automatisation noun feminine γραμματική

Utilisation de machines nécessitant peu ou pas d'intervention humaine, spécialement pour remplacer la main-d'oeuvre.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοματισμός

    En troisième lieu, une plus grande automatisation n’est pas toujours indispensable pour compenser les carences main-d’œuvre qualifiée.

    Τρίτον, δεν απαιτείται πάντα μεγαλύτερος αυτοματισμός για να αντισταθμίσει τις ελλείψεις ειδίκευσης του εργατικού δυναμικού.

  • αυτοματοποίηση

    Cette automatisation allège non seulement la charge administrative, mais elle élimine en outre toutes les erreurs de compilation.

    Μια τέτοια αυτοματοποίηση μειώνει τον διοικητικό φόρτο και αντιμετωπίζει όλα τα σφάλματα κατάρτισης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " automatisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "automatisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "automatisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη