Μετάφραση του "autorisation" σε Ελληνικά

Οι άδεια, εξουσιοδότηση, έγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autorisation" σε Ελληνικά.

autorisation noun feminine γραμματική

Approbation, par quelque autorité, qui rend quelque chose valide.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άδεια

    noun feminine

    Les entreprises auxquelles une autorisation a été délivrée sont contrôlées au moins une fois par an.

    Κάθε επιχείρηση στην οποία χορηγείται άδεια, ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

  • εξουσιοδότηση

    noun feminine

    Cette autorisation écrite doit être jointe au mémoire.

    Η εξουσιοδότηση αυτή πρέπει να συνοδεύει την αιτιολογημένη αναφορά.

  • έγκριση

    noun feminine

    L’Espagne n’a pas davantage démontré pourquoi une autorisation préalable est nécessaire.

    Επίσης, η Ισπανία δεν απέδειξε γιατί είναι απαραίτητη η πρότερη έγκριση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκατάθεση
    • δικαίωμα
    • Εξουσιοδότηση (υπολογιστές)
    • σύμφωνη γνώμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autorisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "autorisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autorisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη