Μετάφραση του "autosuffisance" σε Ελληνικά
Οι αυτάρκεια, αυτοδυναμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autosuffisance" σε Ελληνικά.
autosuffisance
noun
feminine
γραμματική
-
αυτάρκεια
noun feminineDans son ensemble, la Communauté a atteint une autosuffisance de 100 % en 1974 .
Η αυτάρκεια του συνόλου της Κοινότητας έφθασε, το 1974, σε ποσοστό 100 %.
-
αυτοδυναμία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autosuffisance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη